Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στίχος

/ˈsti.xos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γραμμή γραπτού κειμένου, Βικιλεξικό
  2. ρυθμική ενότητα (ή «γραμμή») ποιήματος Βικιλεξικό
    • στίχος ομοιοκατάληκτος, ανομοιοκατάλητκος
    • στίχος οξύτονος, παροξύτονος, προπαροξύτονος
    • Διαφορετικό το «στοίχος», που αφορά την ίσια γραμμή, όπως στη στοίχιση ανθρώπων, αντικειμένων αλλά όχι στίχων ποίησης.
    • Μόνο μπορεῖ νὰ μείνουνε κατόπι μας οἱ στίχοι,
    • δέκα μονάχα στίχοι μας νὰ μείνουνε, καθὼς
    • τὰ περιστέρια, ποὺ σκορποῦν οἱ ναυαγοὶ στὴν τύχη
    • κι ὅταν φέρουν τὸ μήνυμα δὲν εἶναι πιὰ καιρός
  3. κατ’ επέκτασηη ποιητική μορφή, η ποίηση Βικιλεξικό
    • Διέπρεψε, και στην πεζογραφία, και στο στίχο.
  4. πληθυντικόςτο κείμενο, τα λόγια ενός τραγουδιού Βικιλεξικό
    • Στο διαδίκτυο είναι εύκολο να βρεις τους στίχους οποιουδήποτε τραγουδιού.

Ετυμολογία

στίχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στίχος < απώτατης αρχής από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *steygʰ- Δείτε και στοίχος, και το αρχαίο στείχω.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστίχοςστίχοι
Γενικήστίχουστίχων
Αιτιατικήστίχοστίχους
Κλητικήστίχεστίχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →