στιχηρός
•
- αρχαιοπρεπέςπου έχει σχέση με στίχους, αναφέρεται σ’ αυτούς ή αποτελείται από στίχους Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοστιχηρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιχηρός < ελληνιστική κοινή στιχηρός < αρχαία ελληνική στίχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιχηρός | στιχηρή | στιχηρό |
| Γενική | στιχηρού | στιχηρής | στιχηρού |
| Αιτιατική | στιχηρό | στιχηρή | στιχηρό |
| Κλητική | στιχηρέ | στιχηρή | στιχηρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιχηροί | στιχηρές | στιχηρά |
| Γενική | στιχηρών | στιχηρών | στιχηρών |
| Αιτιατική | στιχηρούς | στιχηρές | στιχηρά |
| Κλητική | στιχηροί | στιχηρές | στιχηρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →