Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στιχηρός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου έχει σχέση με στίχους, αναφέρεται σ’ αυτούς ή αποτελείται από στίχους Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοστιχηρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στιχηρός < ελληνιστική κοινή στιχηρός < αρχαία ελληνική στίχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιχηρόςστιχηρήστιχηρό
Γενικήστιχηρούστιχηρήςστιχηρού
Αιτιατικήστιχηρόστιχηρήστιχηρό
Κλητικήστιχηρέστιχηρήστιχηρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιχηροίστιχηρέςστιχηρά
Γενικήστιχηρώνστιχηρώνστιχηρών
Αιτιατικήστιχηρούςστιχηρέςστιχηρά
Κλητικήστιχηροίστιχηρέςστιχηρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →