στλεγγίδα
•
- εργαλείο με το οποίο έξυναν οι αθλητές στην αρχαιότητα το σώμα τους για να καθαριστούν Βικιλεξικό
- ξυστρί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στλεγγίδα < αρχαία ελληνική στλεγγίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στλεγγίδα | στλεγγίδες |
| Γενική | στλεγγίδας | στλεγγίδων |
| Αιτιατική | στλεγγίδα | στλεγγίδες |
| Κλητική | στλεγγίδα | στλεγγίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →