Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στλεγγίζω

ρήμα
•
  1. ξύνω με στλεγγίδα το τρίχωμα ζώων, για να καθαρίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στλεγγίζω < στλεγγίδα + -ίζω < αρχαία ελληνική στλεγγίς

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστλεγγίζωστλεγγίζειςστλεγγίζειστλεγγίζουμεστλεγγίζετεστλεγγίζουν / στλεγγίζουνε
Παρατατικόςστλέγγιζαστλέγγιζεςστλέγγιζεστλεγγίζαμεστλεγγίζατεστλέγγιζαν / στλεγγίζαν / στλεγγίζανε
Αόριστοςστλέγγισαστλέγγισεςστλέγγισεστλεγγίσαμεστλεγγίσατεστλέγγισαν / στλεγγίσαν / στλεγγίσανε
Μέλλονταςθα στλεγγίζω / θα στλεγγίσωθα στλεγγίζεις / θα στλεγγίσειςθα στλεγγίζει / θα στλεγγίσειθα στλεγγίζουμε / θα στλεγγίσουμεθα στλεγγίζετε / θα στλεγγίσετεθα στλεγγίζουν / θα στλεγγίζουνε / θα στλεγγίσουν / θα στλεγγίσουνε
Παρακείμενοςέχω στλεγγίσειέχεις στλεγγίσειέχει στλεγγίσειέχουμε στλεγγίσειέχετε στλεγγίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στλεγγίσειείχες στλεγγίσειείχε στλεγγίσειείχαμε στλεγγίσει——
Υποτακτικήνα έχω στλεγγίσει / να στλεγγίζω / να στλεγγίσωνα έχεις στλεγγίσει / να στλεγγίζεις / να στλεγγίσειςνα έχει στλεγγίσει / να στλεγγίζει / να στλεγγίσεινα έχουμε στλεγγίσει / να στλεγγίζουμε / να στλεγγίσουμενα έχετε στλεγγίσει / να στλεγγίζετε / να στλεγγίσετενα στλεγγίζουν / να στλεγγίζουνε / να στλεγγίσουν / να στλεγγίσουνε
Προστακτική—στλέγγιζε / στλέγγισε——στλεγγίζετε / στλεγγίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →