στοίχειωμα
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στοιχειώνω Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στοιχειώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοίχειωμα < στοιχειώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοίχειωμα | στοιχειώματα |
| Γενική | στοιχειώματος | στοιχειωμάτων |
| Αιτιατική | στοίχειωμα | στοιχειώματα |
| Κλητική | στοίχειωμα | στοιχειώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →