στοίχημα
•
- ένα ρίσκο που παίρνει κάποιος αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος Βικιλεξικό
- Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
στοίχημα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοίχημα | στοιχήματα |
| Γενική | στοιχήματος | στοιχημάτων |
| Αιτιατική | στοίχημα | στοιχήματα |
| Κλητική | στοίχημα | στοιχήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →