Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοιχηματίζω

ρήμα
•
  1. παίρνω ένα ρίσκο αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στοιχηματίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστοιχηματίζωστοιχηματίζειςστοιχηματίζειστοιχηματίζουμεστοιχηματίζετεστοιχηματίζουν / στοιχηματίζουνε
Παρατατικόςστοιχημάτιζαστοιχημάτιζεςστοιχημάτιζεστοιχηματίζαμεστοιχηματίζατεστοιχημάτιζαν / στοιχηματίζαν / στοιχηματίζανε
Αόριστοςστοιχημάτισαστοιχημάτισεςστοιχημάτισεστοιχηματίσαμεστοιχηματίσατεστοιχημάτισαν / στοιχηματίσαν / στοιχηματίσανε
Μέλλονταςθα στοιχηματίζω / θα στοιχηματίσωθα στοιχηματίζεις / θα στοιχηματίσειςθα στοιχηματίζει / θα στοιχηματίσειθα στοιχηματίζουμε / θα στοιχηματίσουμεθα στοιχηματίζετε / θα στοιχηματίσετεθα στοιχηματίζουν / θα στοιχηματίζουνε / θα στοιχηματίσουν / θα στοιχηματίσουνε
Παρακείμενοςέχω στοιχηματίσειέχεις στοιχηματίσειέχει στοιχηματίσειέχουμε στοιχηματίσειέχετε στοιχηματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στοιχηματίσειείχες στοιχηματίσειείχε στοιχηματίσειείχαμε στοιχηματίσει——
Υποτακτικήνα έχω στοιχηματίσει / να στοιχηματίζω / να στοιχηματίσωνα έχεις στοιχηματίσει / να στοιχηματίζεις / να στοιχηματίσειςνα έχει στοιχηματίσει / να στοιχηματίζει / να στοιχηματίσεινα έχουμε στοιχηματίσει / να στοιχηματίζουμε / να στοιχηματίσουμενα έχετε στοιχηματίσει / να στοιχηματίζετε / να στοιχηματίσετενα στοιχηματίζουν / να στοιχηματίζουνε / να στοιχηματίσουν / να στοιχηματίσουνε
Προστακτική—στοιχημάτιζε / στοιχημάτισε——στοιχηματίζετε / στοιχηματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →