στοιχηματίζω
•
- παίρνω ένα ρίσκο αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοιχηματίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στοιχηματίζω | στοιχηματίζεις | στοιχηματίζει | στοιχηματίζουμε | στοιχηματίζετε | στοιχηματίζουν / στοιχηματίζουνε |
| Παρατατικός | στοιχημάτιζα | στοιχημάτιζες | στοιχημάτιζε | στοιχηματίζαμε | στοιχηματίζατε | στοιχημάτιζαν / στοιχηματίζαν / στοιχηματίζανε |
| Αόριστος | στοιχημάτισα | στοιχημάτισες | στοιχημάτισε | στοιχηματίσαμε | στοιχηματίσατε | στοιχημάτισαν / στοιχηματίσαν / στοιχηματίσανε |
| Μέλλοντας | θα στοιχηματίζω / θα στοιχηματίσω | θα στοιχηματίζεις / θα στοιχηματίσεις | θα στοιχηματίζει / θα στοιχηματίσει | θα στοιχηματίζουμε / θα στοιχηματίσουμε | θα στοιχηματίζετε / θα στοιχηματίσετε | θα στοιχηματίζουν / θα στοιχηματίζουνε / θα στοιχηματίσουν / θα στοιχηματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στοιχηματίσει | έχεις στοιχηματίσει | έχει στοιχηματίσει | έχουμε στοιχηματίσει | έχετε στοιχηματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στοιχηματίσει | είχες στοιχηματίσει | είχε στοιχηματίσει | είχαμε στοιχηματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στοιχηματίσει / να στοιχηματίζω / να στοιχηματίσω | να έχεις στοιχηματίσει / να στοιχηματίζεις / να στοιχηματίσεις | να έχει στοιχηματίσει / να στοιχηματίζει / να στοιχηματίσει | να έχουμε στοιχηματίσει / να στοιχηματίζουμε / να στοιχηματίσουμε | να έχετε στοιχηματίσει / να στοιχηματίζετε / να στοιχηματίσετε | να στοιχηματίζουν / να στοιχηματίζουνε / να στοιχηματίσουν / να στοιχηματίσουνε |
| Προστακτική | — | στοιχημάτιζε / στοιχημάτισε | — | — | στοιχηματίζετε / στοιχηματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →