στοίχιση
•
- η τακτοποίηση ανθρώπων ή πραγμάτων σε στοίχους Βικιλεξικό
- τυπογραφίαη ευθυγράμμιση της άκρης του κειμένου παράλληλα προς το δεξί ή/και το αριστερό περιθώριο της σελίδας Βικιλεξικό
- αριστερή, δεξιά, πλήρης στοίχιση
Ετυμολογία
στοίχιση < στοιχίζω < στοίχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοίχιση | στοιχίσεις |
| Γενική | στοίχισης | στοιχίσεων |
| Αιτιατική | στοίχιση | στοιχίσεις |
| Κλητική | στοίχιση | στοιχίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →