στοιχειομετρία
•
- χημείακλάδος της χημείας με αντικείμενο τις σχετικές ποσότητες των αντιδρώντων και προϊόντων στις χημικές αντιδράσεις Βικιλεξικό
- η μέτρηση των αντιδρώντων και των προϊόντων στοιχείων των χημικών αντιδράσεων
Ετυμολογία
στοιχειομετρία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γαλλική stœchiométrie < αρχαία ελληνική στοιχεῖον + -μετρία < μέτρ(ον) + -ία. (μαρτυρείται από το 1834).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοιχειομετρία | στοιχειομετρίες |
| Γενική | στοιχειομετρίας | στοιχειομετριών |
| Αιτιατική | στοιχειομετρία | στοιχειομετρίες |
| Κλητική | στοιχειομετρία | στοιχειομετρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →