στολίδι
•
- ό,τι στολίζει / ομορφαίνει κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- ειδικότερακόσμημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στολίδι < στολ(ίζω) + -ίδι. Διαφορετικό στην ελληνιστική κοινή στολίδιον (κοντός χιτώνας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στολίδι | στολίδια |
| Γενική | στολιδιού | στολιδιών |
| Αιτιατική | στολίδι | στολίδια |
| Κλητική | στολίδι | στολίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →