στολίζω
•
- κάνω διακόσμηση, προσθέτω στολίδια ή κατάλληλα αντικείμενα ώστε να γίνει πιο όμορφο ένα πράγμα, ένα μέρος Βικιλεξικό
- ντύνω κάποιον στα καλύτερά του ρούχα, του βάζω κοσμήματα κλπ. ώστε να παρουσιάσει την καλύτερη εμφάνιση Βικιλεξικό
- μεταφορικάομορφαίνω, διανθίζω το λόγο μου ή ένα κείμενο με όμορφες λέξεις ή φράσεις Βικιλεξικό
- μειωτικόβρίζω Βικιλεξικό
- Τσακωθήκανε και τον στόλισε με κάτι κοσμητικά επίθετα, που δεν μπορώ να επαναλάβω!
Ετυμολογία
στολίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή στολίζω, (στολίζω, ντύνω) < αρχαία σημασία: εξοπλίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στολίζω | στολίζεις | στολίζει | στολίζουμε | στολίζετε | στολίζουν / στολίζουνε |
| Παρατατικός | στόλιζα | στόλιζες | στόλιζε | στολίζαμε | στολίζατε | στολίζαν / στολίζανε / στόλιζαν |
| Αόριστος | στόλισα | στόλισες | στόλισε | στολίσαμε | στολίσατε | στολίσαν / στολίσανε / στόλισαν |
| Μέλλοντας | θα στολίζω / θα στολίσω | θα στολίζεις / θα στολίσεις | θα στολίζει / θα στολίσει | θα στολίζουμε / θα στολίσουμε | θα στολίζετε / θα στολίσετε | θα στολίζουν / θα στολίζουνε / θα στολίσουν / θα στολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στολίσει | έχεις στολίσει | έχει στολίσει | έχουμε στολίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στολίσει | είχες στολίσει | είχε στολίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στολίσει / να στολίζω / να στολίσω | να έχεις στολίσει / να στολίζεις / να στολίσεις | να έχει στολίσει / να στολίζει / να στολίσει | να έχουμε στολίσει / να στολίζουμε / να στολίσουμε | να στολίζετε / να στολίσετε | να στολίζουν / να στολίζουνε / να στολίσουν / να στολίσουνε |
| Προστακτική | — | στόλιζε / στόλισε | — | — | στολίζετε / στολίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στολίστηκαστολίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →