στολοδρομία
•
- ναυτικός όροςη πλεύση του στόλου και οι τακτικοί ελιγμοί του που είναι σύμφωνοι με κανονιστικές αρχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στολοδρομία < ελληνιστική κοινή στολοδρομέω + -ία < αρχαία ελληνική στόλος + δρόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στολοδρομία | στολοδρομίες |
| Γενική | στολοδρομίας | στολοδρομιών |
| Αιτιατική | στολοδρομία | στολοδρομίες |
| Κλητική | στολοδρομία | στολοδρομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →