Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοματάρα

/sto.maˈta.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το μεγάλο στόμα Βικιλεξικό
    • 2016 Xρήστος Xωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), Απρίλιος 2016
  2. μειωτικότο στόμα ατόμου λαιμάργου ή φλυάρου Βικιλεξικό
    • 2025 ανάρτηση χρήστη eliazervou @instagram.com, 24 Ιουλίου 2025

Ετυμολογία

στοματάρα < στόμα + μεγεθυντικό επίθημα -άρα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστοματάραστοματάρες
Γενικήστοματάρας—
Αιτιατικήστοματάραστοματάρες
Κλητικήστοματάραστοματάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →