στοματάρα
•
- το μεγάλο στόμα Βικιλεξικό
- 2016 Xρήστος Xωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), Απρίλιος 2016
- μειωτικότο στόμα ατόμου λαιμάργου ή φλυάρου Βικιλεξικό
- 2025 ανάρτηση χρήστη eliazervou @instagram.com, 24 Ιουλίου 2025
Ετυμολογία
στοματάρα < στόμα + μεγεθυντικό επίθημα -άρα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στοματάρα | στοματάρες |
| Γενική | στοματάρας | — |
| Αιτιατική | στοματάρα | στοματάρες |
| Κλητική | στοματάρα | στοματάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →