στοπ
•
- σήμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που σημαίνει πως ο οδηγός πρέπει να σταματήσει και να ελέγξει τη διάβαση πριν περάσει Βικιλεξικό
- παραβίασα το στοπ
- αντικείμενο ή μηχανισμός που χρησιμοποιείται ως αναστολέας διαδρομής, για να ακινητοποιεί κάτι σε μια συγκεκριμένη θέση Βικιλεξικό
- το στοπ της πόρτας
- στον πληθυντικότα πίσω φώτα ενός οχήματος που ανάβουν όταν αυτό φρενάρει Βικιλεξικό
- δεν ανάβουνε τα στοπ
- στα σήματα μορς και στα τηλεγραφήματα, δηλώνει το τέλος πρότασης Βικιλεξικό
- "Χάσαμε τη θεία, στοπ" (τίτλος θεατρικού έργου του Γ. Διαλεγμένου)
Ετυμολογία
στοπ < αγγλική stop
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →