Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοπ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σήμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που σημαίνει πως ο οδηγός πρέπει να σταματήσει και να ελέγξει τη διάβαση πριν περάσει Βικιλεξικό
    • παραβίασα το στοπ
  2. αντικείμενο ή μηχανισμός που χρησιμοποιείται ως αναστολέας διαδρομής, για να ακινητοποιεί κάτι σε μια συγκεκριμένη θέση Βικιλεξικό
    • το στοπ της πόρτας
  3. στον πληθυντικότα πίσω φώτα ενός οχήματος που ανάβουν όταν αυτό φρενάρει Βικιλεξικό
    • δεν ανάβουνε τα στοπ
  4. στα σήματα μορς και στα τηλεγραφήματα, δηλώνει το τέλος πρότασης Βικιλεξικό
    • "Χάσαμε τη θεία, στοπ" (τίτλος θεατρικού έργου του Γ. Διαλεγμένου)

Ετυμολογία

στοπ < αγγλική stop

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

στοπ

επιφώνημα
•
  1. σταμάτα (ό,τι κάνεις)! Βικιλεξικό
    • στοπ, στοπ, στοπ! ξαναξεκινάμε από την αρχή!
  2. ακινητοποιήσου!, φρένο/φρέναρε! Βικιλεξικό
    • στοπ, μην πλησιάζεις άλλο!
    • στοπ, έρχεται μηχανάκι!
  3. εντολή προς κάποιον, να σταματήσει αμέσως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στοπ < αγγλική stop

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →