στουμπίζω
•
- λαϊκότροποκοπανώ κάτι με γουδί μέχρι να τριφτεί ή να γίνει αλοιφή Βικιλεξικό
- λαϊκότροποχτυπώ, μωλωπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στουμπίζω < στούμπος + -ίζω < (όψιμη) μεσαιωνική ελληνική στοῦμπος / στόμπος < σλαβικής προέλευσης stonpa < πρωτοσλαβική *stǫpa (είδος γουδιού ή μύλου) < πρωτογερμανική *stampōną (πιέζω, συμπιέζω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stembʰ- (ποδοπατώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στουμπίζω | στουμπίζεις | στουμπίζει | στουμπίζουμε | στουμπίζετε | στουμπίζουν / στουμπίζουνε |
| Παρατατικός | στούμπιζα | στούμπιζες | στούμπιζε | στουμπίζαμε | στουμπίζατε | στουμπίζαν / στουμπίζανε / στούμπιζαν |
| Αόριστος | στούμπισα | στούμπισες | στούμπισε | στουμπίσαμε | στουμπίσατε | στουμπίσαν / στουμπίσανε / στούμπισαν |
| Μέλλοντας | θα στουμπίζω / θα στουμπίσω | θα στουμπίζεις / θα στουμπίσεις | θα στουμπίζει / θα στουμπίσει | θα στουμπίζουμε / θα στουμπίσουμε | θα στουμπίζετε / θα στουμπίσετε | θα στουμπίζουν / θα στουμπίζουνε / θα στουμπίσουν / θα στουμπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στουμπίσει | έχεις στουμπίσει | έχει στουμπίσει | έχουμε στουμπίσει | έχετε στουμπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στουμπίσει | είχες στουμπίσει | είχε στουμπίσει | είχαμε στουμπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στουμπίσει / να στουμπίζω / να στουμπίσω | να έχεις στουμπίσει / να στουμπίζεις / να στουμπίσεις | να έχει στουμπίσει / να στουμπίζει / να στουμπίσει | να έχουμε στουμπίσει / να στουμπίζουμε / να στουμπίσουμε | να έχετε στουμπίσει / να στουμπίζετε / να στουμπίσετε | να στουμπίζουν / να στουμπίζουνε / να στουμπίσουν / να στουμπίσουνε |
| Προστακτική | — | στούμπιζε / στούμπισε | — | — | στουμπίζετε / στουμπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →