Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στουμπίζω

/stumˈbi.zo/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποκοπανώ κάτι με γουδί μέχρι να τριφτεί ή να γίνει αλοιφή Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποχτυπώ, μωλωπίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στουμπίζω < στούμπος + -ίζω < (όψιμη) μεσαιωνική ελληνική στοῦμπος / στόμπος < σλαβικής προέλευσης stonpa < πρωτοσλαβική *stǫpa (είδος γουδιού ή μύλου) < πρωτογερμανική *stampōną (πιέζω, συμπιέζω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stembʰ- (ποδοπατώ)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστουμπίζωστουμπίζειςστουμπίζειστουμπίζουμεστουμπίζετεστουμπίζουν / στουμπίζουνε
Παρατατικόςστούμπιζαστούμπιζεςστούμπιζεστουμπίζαμεστουμπίζατεστουμπίζαν / στουμπίζανε / στούμπιζαν
Αόριστοςστούμπισαστούμπισεςστούμπισεστουμπίσαμεστουμπίσατεστουμπίσαν / στουμπίσανε / στούμπισαν
Μέλλονταςθα στουμπίζω / θα στουμπίσωθα στουμπίζεις / θα στουμπίσειςθα στουμπίζει / θα στουμπίσειθα στουμπίζουμε / θα στουμπίσουμεθα στουμπίζετε / θα στουμπίσετεθα στουμπίζουν / θα στουμπίζουνε / θα στουμπίσουν / θα στουμπίσουνε
Παρακείμενοςέχω στουμπίσειέχεις στουμπίσειέχει στουμπίσειέχουμε στουμπίσειέχετε στουμπίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στουμπίσειείχες στουμπίσειείχε στουμπίσειείχαμε στουμπίσει——
Υποτακτικήνα έχω στουμπίσει / να στουμπίζω / να στουμπίσωνα έχεις στουμπίσει / να στουμπίζεις / να στουμπίσειςνα έχει στουμπίσει / να στουμπίζει / να στουμπίσεινα έχουμε στουμπίσει / να στουμπίζουμε / να στουμπίσουμενα έχετε στουμπίσει / να στουμπίζετε / να στουμπίσετενα στουμπίζουν / να στουμπίζουνε / να στουμπίσουν / να στουμπίσουνε
Προστακτική—στούμπιζε / στούμπισε——στουμπίζετε / στουμπίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →