στουρνάρι
•
- πέτρα σκληρή και αιχμηρή Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος δύσπιστος και πεισματάρης Βικιλεξικό
- Της μάνας σου, που ’ναι άπιαστη, που ’ναι στουρνάρι η γνώμη
- μεταφορικάκακός και ξεροκέφαλος μαθητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στουρνάρι < αρωμουνική sturnare (πυρίτης λίθος, πυριτόλιθος), συγγενές με (αλβανικά) strall (ή < *στορυνάριον ελληνιστική κοινή στορύνη )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στουρνάρι | στουρνάρια |
| Γενική | στουρναριού | στουρναριών |
| Αιτιατική | στουρνάρι | στουρνάρια |
| Κλητική | στουρνάρι | στουρνάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →