Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στουρνάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πέτρα σκληρή και αιχμηρή Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάνθρωπος δύσπιστος και πεισματάρης Βικιλεξικό
    • Της μάνας σου, που ’ναι άπιαστη, που ’ναι στουρνάρι η γνώμη
  3. μεταφορικάκακός και ξεροκέφαλος μαθητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στουρνάρι < αρωμουνική sturnare (πυρίτης λίθος, πυριτόλιθος), συγγενές με (αλβανικά) strall (ή < *στορυνάριον ελληνιστική κοινή στορύνη )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστουρνάριστουρνάρια
Γενικήστουρναριούστουρναριών
Αιτιατικήστουρνάριστουρνάρια
Κλητικήστουρνάριστουρνάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →