στράτα
•
- λογοτεχνικόο δρόμος Βικιλεξικό
- Μήνες τώρα γυρίζω τις στράτες και τον ζητώ. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024
- η πορεία που ακολουθεί κάποιος Βικιλεξικό
- έκφραση: στράτα στρατούλα: ταχτάρισμα για να ενθαρρύνουμε ένα νήπιο που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα του βήματα
- βοήθημα για τα νήπια που μαθαίνουν να περπατούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στράτα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή στράτα < λατινική strata, θηλυκό του stratus, παθητική μετοχή του sterno στην έκφραση strata via (στρωμένος δρόμος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στράτα | στράτες |
| Γενική | στράτας | — |
| Αιτιατική | στράτα | στράτες |
| Κλητική | στράτα | στράτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →