Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στράτα

/ˈstɾa.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνικόο δρόμος Βικιλεξικό
    • Μήνες τώρα γυρίζω τις στράτες και τον ζητώ. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
    • Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024
  2. η πορεία που ακολουθεί κάποιος Βικιλεξικό
    • έκφραση: στράτα στρατούλα: ταχτάρισμα για να ενθαρρύνουμε ένα νήπιο που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα του βήματα
  3. βοήθημα για τα νήπια που μαθαίνουν να περπατούν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στράτα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή στράτα < λατινική strata, θηλυκό του stratus, παθητική μετοχή του sterno στην έκφραση strata via (στρωμένος δρόμος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστράταστράτες
Γενικήστράτας—
Αιτιατικήστράταστράτες
Κλητικήστράταστράτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →