στράτευμα
•
- οι στρατιωτικές μονάδες (μιας χώρας) ως σύνολο Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικόσύνολο από στρατιωτικές μονάδες μεγάλου μεγέθους Βικιλεξικό
- παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)
Ετυμολογία
στράτευμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στράτευμα < στρατεύω (< στρατός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στράτευμα | στρατεύματα |
| Γενική | στρατεύματος | στρατευμάτων |
| Αιτιατική | στράτευμα | στρατεύματα |
| Κλητική | στράτευμα | στρατεύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →