στρατεύομαι
•
- καλούμαι να καταταγώ στο στρατό Βικιλεξικό
- έχω την υποχρέωση να υπηρετήσω στο στρατό Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφοσιώνομαι και δραστηριοποιούμαι για την επικράτηση μιας ιδεολογίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρατεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατεύομαι :: Η μεταφορική σημασία < ελληνιστική κοινή φράση στρατευόμενοι εἰς Χριστόν
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στρατεύομαι | στρατεύεσαι | στρατεύεται | στρατευόμαστε | στρατεύεστε | στρατεύονται |
| Παρατατικός | στρατευόμουν / στρατευόμουνα | στρατευόσουν / στρατευόσουνα | στρατευόταν / στρατευότανε | στρατευόμασταν / στρατευόμαστε | στρατευόσασταν / στρατευόσαστε | στρατευόντουσαν / στρατεύονταν |
| Αόριστος | στρατεύτηκα | στρατεύτηκες | στρατεύτηκε | στρατευτήκαμε | στρατευτήκατε | στρατευτήκαν / στρατευτήκανε / στρατεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα στρατευτώ / θα στρατεύομαι | θα στρατευτείς / θα στρατεύεσαι | θα στρατευτεί / θα στρατεύεται | θα στρατευτούμε / θα στρατευόμαστε | θα στρατευτείτε / θα στρατεύεστε | θα στρατευτούν / θα στρατευτούνε / θα στρατεύονται |
| Παρακείμενος | έχω στρατευτεί | έχεις στρατευτεί | έχει στρατευτεί | έχουμε στρατευτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στρατευτεί | είχες στρατευτεί | είχε στρατευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στρατευτεί / να στρατευτώ / να στρατεύομαι | να έχεις στρατευτεί / να στρατευτείς / να στρατεύεσαι | να έχει στρατευτεί / να στρατευτεί / να στρατεύεται | να έχουμε στρατευτεί / να στρατευτούμε / να στρατευόμαστε | να στρατευτείτε / να στρατεύεστε | να στρατευτούν / να στρατευτούνε / να στρατεύονται |
| Προστακτική | — | στρατεύσου | — | — | στρατευτείτε / στρατεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →