στρέμμα
•
- μονάδα μέτρησηςχίλια τετραγωνικά μέτρα γης (1.000 m²) Βικιλεξικό
- Άλλη παράγωγη μονάδα μέτρησης εμβαδού είναι το 1 στρέμμα = 1000 m² και είναι η επιφάνεια ενός ορθογωνίου με διαστάσεις 10m και 100m ή 500m και 2m ή 200m και 5m , γενικά οι δύο διαστάσεις να έχουν γινόμενο 1000 m².
- Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
Ετυμολογία
στρέμμα < ελληνιστική κοινή στρέμμα < αρχαία ελληνική στρέφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strebʰ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρέμμα | στρέμματα |
| Γενική | στρέμματος | στρεμμάτων |
| Αιτιατική | στρέμμα | στρέμματα |
| Κλητική | στρέμμα | στρέμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →