στρεμματικός
•
- που έχει σχέση με το στρέμμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- Αναφέρεται επίσης ότι οι στρεμματικές αποδόσεις σε κρασί και λάδι είναι μικρότερες από τις συνήθεις. Υπάρχει βέβαια η πιθανότητα της κακής σοδειάς (ειδικά για το λάδι, μια που οι ελιές παράγουν κάθε δεύτερο χρόνο) (Δημήτρης Ψυχογιός, Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί, εκδ. ΕΚΚΕ, 1987, σελ. 33)
Ετυμολογία
στρεμματικός < στρέμμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρεμματικός | στρεμματική | στρεμματικό |
| Γενική | στρεμματικού | στρεμματικής | στρεμματικού |
| Αιτιατική | στρεμματικό | στρεμματική | στρεμματικό |
| Κλητική | στρεμματικέ | στρεμματική | στρεμματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρεμματικοί | στρεμματικές | στρεμματικά |
| Γενική | στρεμματικών | στρεμματικών | στρεμματικών |
| Αιτιατική | στρεμματικούς | στρεμματικές | στρεμματικά |
| Κλητική | στρεμματικοί | στρεμματικές | στρεμματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →