Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρίγκλικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον στρίγκλο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τον στριγκλιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: στριγκλιάρικος

Ετυμολογία

στρίγκλικος < στρίγκλος + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρίγκλικοςστρίγκλικηστρίγκλικο
Γενικήστρίγκλικουστρίγκλικηςστρίγκλικου
Αιτιατικήστρίγκλικοστρίγκλικηστρίγκλικο
Κλητικήστρίγκλικεστρίγκλικηστρίγκλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρίγκλικοιστρίγκλικεςστρίγκλικα
Γενικήστρίγκλικωνστρίγκλικωνστρίγκλικων
Αιτιατικήστρίγκλικουςστρίγκλικεςστρίγκλικα
Κλητικήστρίγκλικοιστρίγκλικεςστρίγκλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →