στρίγκλα
•
- λαογραφίαείδος ξωτικού ή δαιμονίου με τη μορφή άσχημης γριάς μάγισσας που με μαγείες κάνει κακό Βικιλεξικό
- κακιά γριά μάγισσα Βικιλεξικό
- μεταφορικάγυναίκα με πολύ άσχημο χαρακτήρα, κακιά, δύστροπη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρίγκλα < μεσαιωνική ελληνική στρίγκλα / στρίγλα < λατινική striga < strix < ελληνιστική κοινή στρίξ (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρίγκλα | στρίγκλες |
| Γενική | στρίγκλας | στριγκλών |
| Αιτιατική | στρίγκλα | στρίγκλες |
| Κλητική | στρίγκλα | στρίγκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →