στρίφωμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού στριφώνω Βικιλεξικό
- διαφορετικά είδη ραφής: τρύπωμα, κρυφοβελονιά, για κουμπότρυπα, κρυφό στρίφωμα, καρίκωμα (Μαθήματα Ραπτικής, ανακτήθηκε στις 28/2/2024 https://goupatou.gr/mathimata-raptikis/)
- το γυρισμένο και ραμμένο τμήμα τού κάτω μέρους ενός υφάσματος ή ρούχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρίφωμα < στριφώνω + -μα < μεσαιωνική ελληνική στρίφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρίφωμα | στριφώματα |
| Γενική | στριφώματος | στριφωμάτων |
| Αιτιατική | στρίφωμα | στριφώματα |
| Κλητική | στρίφωμα | στριφώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →