στριφώνω
•
- γυρίζω τις άκρες ενός ρούχου ή υφάσματος και τις ράβω Βικιλεξικό
- Διπλώστε τις μεγάλες πλευρές παραπάνω από ½ εκατοστό και στριφώστε. (Η χρήση μάσκας μπορεί να μειώσει την διασπορά της λοίμωξης στην κοινότητα..., Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία, hts.org.gr, ανακτήθηκε στις 29/12/2024 http://www.hts.org.gr/assets/xrisi%20maskas%20gia%20th%20koinothta.pdf)
Ετυμολογία
στριφώνω < μεσαιωνική ελληνική στρίφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στριφώνω | στριφώνεις | στριφώνει | στριφώνουμε | στριφώνετε | στριφώνουν / στριφώνουνε |
| Παρατατικός | στρίφωνα | στρίφωνες | στρίφωνε | στριφώναμε | στριφώνατε | στρίφωναν / στριφώναν / στριφώνανε |
| Αόριστος | στρίφωσα | στρίφωσες | στρίφωσε | στριφώσαμε | στριφώσατε | στρίφωσαν / στριφώσαν / στριφώσανε |
| Μέλλοντας | θα στριφώνω / θα στριφώσω | θα στριφώνεις / θα στριφώσεις | θα στριφώνει / θα στριφώσει | θα στριφώνουμε / θα στριφώσουμε | θα στριφώνετε / θα στριφώσετε | θα στριφώνουν / θα στριφώνουνε / θα στριφώσουν / θα στριφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στριφώσει | έχεις στριφώσει | έχει στριφώσει | έχουμε στριφώσει | έχετε στριφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στριφώσει | είχες στριφώσει | είχε στριφώσει | είχαμε στριφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στριφώσει / να στριφώνω / να στριφώσω | να έχεις στριφώσει / να στριφώνεις / να στριφώσεις | να έχει στριφώσει / να στριφώνει / να στριφώσει | να έχουμε στριφώσει / να στριφώνουμε / να στριφώσουμε | να έχετε στριφώσει / να στριφώνετε / να στριφώσετε | να στριφώνουν / να στριφώνουνε / να στριφώσουν / να στριφώσουνε |
| Προστακτική | — | στρίφωνε / στρίφωσε | — | — | στριφώνετε / στριφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →