Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραβοδίβουλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοιδιότροπος, δύστροπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στραβοδίβουλος < στραβ(ός) + -ο- + δίβουλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραβοδίβουλοςστραβοδίβουληστραβοδίβουλο
Γενικήστραβοδίβουλουστραβοδίβουληςστραβοδίβουλου
Αιτιατικήστραβοδίβουλοστραβοδίβουληστραβοδίβουλο
Κλητικήστραβοδίβουλεστραβοδίβουληστραβοδίβουλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραβοδίβουλοιστραβοδίβουλεςστραβοδίβουλα
Γενικήστραβοδίβουλωνστραβοδίβουλωνστραβοδίβουλων
Αιτιατικήστραβοδίβουλουςστραβοδίβουλεςστραβοδίβουλα
Κλητικήστραβοδίβουλοιστραβοδίβουλεςστραβοδίβουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →