Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίβουλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχεις δυο βουλές (σκέψεις), δυο γνώμες, ο αμφιταλαντευόμενος Βικιλεξικό
    • «Μιά στιγμή! Τί ἀνακατεύομαι ἐκεῖ πού δέν μέ σπέρνουν; Καί γιά ποιό λόγο νά φροντίσω γιά τά συμφέροντα αὐτοῦ τοῦ ἀντιπαθητικοῦ κηφήνα;» Στάθηκε δίβουλος, ἀμήχανος.
  2. δημοτικήπου λέει τ' αντίθετα απ' αυτά που σκέφτεται, δόλιος Βικιλεξικό
    • Ω δίβουλε, ω τρίβουλε, ω ψεύδη της αγάπης, Πού συ γεννήθης διά τ' εμέ και τώρα πώς εχάθης. (δημοτικό)
    • Ω δίβουλε, ω τρίβουλε, ω ψεύτη της αγάπης, πού τρελαινώσουν γιατ' εμέ, και τώρα πώς εχάθης!

Ετυμολογία

δίβουλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δίβουλος < ( αρχαία ελληνική δίς) δί- + βουλ(ή) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίβουλοςδίβουληδίβουλο
Γενικήδίβουλουδίβουληςδίβουλου
Αιτιατικήδίβουλοδίβουληδίβουλο
Κλητικήδίβουλεδίβουληδίβουλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίβουλοιδίβουλεςδίβουλα
Γενικήδίβουλωνδίβουλωνδίβουλων
Αιτιατικήδίβουλουςδίβουλεςδίβουλα
Κλητικήδίβουλοιδίβουλεςδίβουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →