δίβουλος
•
- που έχεις δυο βουλές (σκέψεις), δυο γνώμες, ο αμφιταλαντευόμενος Βικιλεξικό
- «Μιά στιγμή! Τί ἀνακατεύομαι ἐκεῖ πού δέν μέ σπέρνουν; Καί γιά ποιό λόγο νά φροντίσω γιά τά συμφέροντα αὐτοῦ τοῦ ἀντιπαθητικοῦ κηφήνα;» Στάθηκε δίβουλος, ἀμήχανος.
- δημοτικήπου λέει τ' αντίθετα απ' αυτά που σκέφτεται, δόλιος Βικιλεξικό
- Ω δίβουλε, ω τρίβουλε, ω ψεύδη της αγάπης, Πού συ γεννήθης διά τ' εμέ και τώρα πώς εχάθης. (δημοτικό)
- Ω δίβουλε, ω τρίβουλε, ω ψεύτη της αγάπης, πού τρελαινώσουν γιατ' εμέ, και τώρα πώς εχάθης!
Ετυμολογία
δίβουλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δίβουλος < ( αρχαία ελληνική δίς) δί- + βουλ(ή) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίβουλος | δίβουλη | δίβουλο |
| Γενική | δίβουλου | δίβουλης | δίβουλου |
| Αιτιατική | δίβουλο | δίβουλη | δίβουλο |
| Κλητική | δίβουλε | δίβουλη | δίβουλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίβουλοι | δίβουλες | δίβουλα |
| Γενική | δίβουλων | δίβουλων | δίβουλων |
| Αιτιατική | δίβουλους | δίβουλες | δίβουλα |
| Κλητική | δίβουλοι | δίβουλες | δίβουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →