στραβολαίμης
•
- αυτός που ο λαιμός του είναι στραβός Βικιλεξικό
- (θηλυκό στραβολαίμα)
- πτηνόπουλί με την επιστημονική ονομασία Jynx torquilla, της οικογένειας Δρυοκολαπτίδες (Picidae) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραβολαίμης < στραβός + -ο- + λαιμός + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στραβολαίμα / στραβολαίμης / στραβολαίμικο | στραβολαίμες / στραβολαίμηδες / στραβολαίμικα |
| Γενική | στραβολαίμας / στραβολαίμη / στραβολαίμικου | στραβολαίμηδων / στραβολαίμικων |
| Αιτιατική | στραβολαίμα / στραβολαίμη / στραβολαίμικο | στραβολαίμες / στραβολαίμηδες / στραβολαίμικα |
| Κλητική | στραβολαίμα / στραβολαίμη / στραβολαίμικο | στραβολαίμες / στραβολαίμηδες / στραβολαίμικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →