Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραβολαιμιάζω

/stra.vo.leˈmia.zo/ρήμα
•
  1. γίνομαι (προσωρινά) στραβολαίμης, κουράζεται ο λαιμός μου και πιάνεται Βικιλεξικό
  2. προκαλώ στραβολαίμιασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στραβολαιμιάζω < στραβολαίμης + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστραβολαιμιάζωστραβολαιμιάζειςστραβολαιμιάζειστραβολαιμιάζουμεστραβολαιμιάζετεστραβολαιμιάζουν / στραβολαιμιάζουνε
Παρατατικόςστραβολαίμιαζαστραβολαίμιαζεςστραβολαίμιαζεστραβολαιμιάζαμεστραβολαιμιάζατεστραβολαίμιαζαν / στραβολαιμιάζαν / στραβολαιμιάζανε
Αόριστοςστραβολαίμιασαστραβολαίμιασεςστραβολαίμιασεστραβολαιμιάσαμεστραβολαιμιάσατεστραβολαίμιασαν / στραβολαιμιάσαν / στραβολαιμιάσανε
Μέλλονταςθα στραβολαιμιάζω / θα στραβολαιμιάσωθα στραβολαιμιάζεις / θα στραβολαιμιάσειςθα στραβολαιμιάζει / θα στραβολαιμιάσειθα στραβολαιμιάζουμε / θα στραβολαιμιάσουμεθα στραβολαιμιάζετε / θα στραβολαιμιάσετεθα στραβολαιμιάζουν / θα στραβολαιμιάζουνε / θα στραβολαιμιάσουν / θα στραβολαιμιάσουνε
Παρακείμενοςέχω στραβολαιμιάσειέχεις στραβολαιμιάσειέχει στραβολαιμιάσειέχουμε στραβολαιμιάσειέχετε στραβολαιμιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στραβολαιμιάσειείχες στραβολαιμιάσειείχε στραβολαιμιάσειείχαμε στραβολαιμιάσει——
Υποτακτικήνα έχω στραβολαιμιάσει / να στραβολαιμιάζω / να στραβολαιμιάσωνα έχεις στραβολαιμιάσει / να στραβολαιμιάζεις / να στραβολαιμιάσειςνα έχει στραβολαιμιάσει / να στραβολαιμιάζει / να στραβολαιμιάσεινα έχουμε στραβολαιμιάσει / να στραβολαιμιάζουμε / να στραβολαιμιάσουμενα έχετε στραβολαιμιάσει / να στραβολαιμιάζετε / να στραβολαιμιάσετενα στραβολαιμιάζουν / να στραβολαιμιάζουνε / να στραβολαιμιάσουν / να στραβολαιμιάσουνε
Προστακτική—στραβολαίμιαζε / στραβολαίμιασε——στραβολαιμιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

στραβολαιμιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →