στραβωμάρα
•
- οικείοτο να είναι κάποιος στραβός, να έχει ασθενή όραση Βικιλεξικό
- οικείοαπροσεξία Βικιλεξικό
- οικείοαπερισκεψία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραβωμάρα < στράβωμα + -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στραβωμάρα | στραβωμάρες |
| Γενική | στραβωμάρας | — |
| Αιτιατική | στραβωμάρα | στραβωμάρες |
| Κλητική | στραβωμάρα | στραβωμάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →