στραγγαλιστικός
•
- που έχει σχέση με στραγγαλιστή ή στραγγαλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραγγαλιστικός < στραγγαλίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στραγγαλιστικός | στραγγαλιστική | στραγγαλιστικό |
| Γενική | στραγγαλιστικού | στραγγαλιστικής | στραγγαλιστικού |
| Αιτιατική | στραγγαλιστικό | στραγγαλιστική | στραγγαλιστικό |
| Κλητική | στραγγαλιστικέ | στραγγαλιστική | στραγγαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στραγγαλιστικοί | στραγγαλιστικές | στραγγαλιστικά |
| Γενική | στραγγαλιστικών | στραγγαλιστικών | στραγγαλιστικών |
| Αιτιατική | στραγγαλιστικούς | στραγγαλιστικές | στραγγαλιστικά |
| Κλητική | στραγγαλιστικοί | στραγγαλιστικές | στραγγαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →