Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραγγαλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με στραγγαλιστή ή στραγγαλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στραγγαλιστικός < στραγγαλίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραγγαλιστικόςστραγγαλιστικήστραγγαλιστικό
Γενικήστραγγαλιστικούστραγγαλιστικήςστραγγαλιστικού
Αιτιατικήστραγγαλιστικόστραγγαλιστικήστραγγαλιστικό
Κλητικήστραγγαλιστικέστραγγαλιστικήστραγγαλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραγγαλιστικοίστραγγαλιστικέςστραγγαλιστικά
Γενικήστραγγαλιστικώνστραγγαλιστικώνστραγγαλιστικών
Αιτιατικήστραγγαλιστικούςστραγγαλιστικέςστραγγαλιστικά
Κλητικήστραγγαλιστικοίστραγγαλιστικέςστραγγαλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →