στραγγαλίζω
•
- σφίγγω το λαιμό κάποιου με τα χέρια μου ή κάποιο αντικείμενο, μέχρι να θανατωθεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάδεν αφήνω κάτι να εμφανιστεί ή να αναπτυχθεί, το καταπνίγω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραγγαλίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στραγγαλίζω < στραγγάλη :* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική étrangler
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στραγγαλίζω | στραγγαλίζεις | στραγγαλίζει | στραγγαλίζουμε | στραγγαλίζετε | στραγγαλίζουν / στραγγαλίζουνε |
| Παρατατικός | στραγγάλιζα | στραγγάλιζες | στραγγάλιζε | στραγγαλίζαμε | στραγγαλίζατε | στραγγάλιζαν / στραγγαλίζαν / στραγγαλίζανε |
| Αόριστος | στραγγάλισα | στραγγάλισες | στραγγάλισε | στραγγαλίσαμε | στραγγαλίσατε | στραγγάλισαν / στραγγαλίσαν / στραγγαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα στραγγαλίζω / θα στραγγαλίσω | θα στραγγαλίζεις / θα στραγγαλίσεις | θα στραγγαλίζει / θα στραγγαλίσει | θα στραγγαλίζουμε / θα στραγγαλίσουμε | θα στραγγαλίζετε / θα στραγγαλίσετε | θα στραγγαλίζουν / θα στραγγαλίζουνε / θα στραγγαλίσουν / θα στραγγαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στραγγαλίσει | έχεις στραγγαλίσει | έχει στραγγαλίσει | έχουμε στραγγαλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στραγγαλίσει | είχες στραγγαλίσει | είχε στραγγαλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στραγγαλίσει / να στραγγαλίζω / να στραγγαλίσω | να έχεις στραγγαλίσει / να στραγγαλίζεις / να στραγγαλίσεις | να έχει στραγγαλίσει / να στραγγαλίζει / να στραγγαλίσει | να έχουμε στραγγαλίσει / να στραγγαλίζουμε / να στραγγαλίσουμε | να στραγγαλίζετε / να στραγγαλίσετε | να στραγγαλίζουν / να στραγγαλίζουνε / να στραγγαλίσουν / να στραγγαλίσουνε |
| Προστακτική | — | στραγγάλιζε / στραγγάλισε | — | — | στραγγαλίζετε / στραγγαλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στραγγαλίστηκαστραγγαλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →