Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραγγιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβάλλει στο στράγγισμα ή είναι κατάλληλος γι’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στραγγιστικός < στραγγίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραγγιστικόςστραγγιστικήστραγγιστικό
Γενικήστραγγιστικούστραγγιστικήςστραγγιστικού
Αιτιατικήστραγγιστικόστραγγιστικήστραγγιστικό
Κλητικήστραγγιστικέστραγγιστικήστραγγιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραγγιστικοίστραγγιστικέςστραγγιστικά
Γενικήστραγγιστικώνστραγγιστικώνστραγγιστικών
Αιτιατικήστραγγιστικούςστραγγιστικέςστραγγιστικά
Κλητικήστραγγιστικοίστραγγιστικέςστραγγιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →