στραγγιστικός
•
- που συμβάλλει στο στράγγισμα ή είναι κατάλληλος γι’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραγγιστικός < στραγγίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στραγγιστικός | στραγγιστική | στραγγιστικό |
| Γενική | στραγγιστικού | στραγγιστικής | στραγγιστικού |
| Αιτιατική | στραγγιστικό | στραγγιστική | στραγγιστικό |
| Κλητική | στραγγιστικέ | στραγγιστική | στραγγιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στραγγιστικοί | στραγγιστικές | στραγγιστικά |
| Γενική | στραγγιστικών | στραγγιστικών | στραγγιστικών |
| Αιτιατική | στραγγιστικούς | στραγγιστικές | στραγγιστικά |
| Κλητική | στραγγιστικοί | στραγγιστικές | στραγγιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →