στρατευμένος
•
- που έχει στρατευθεί, υπηρετεί στον στρατό Βικιλεξικό
- τα στρατευμένα νιάτα
- μεταφορικάταγμένος στην ιδεολογία του (διαδηλωτής, πολιτικός, ακτιβιστής, καλλιτέχνης) Βικιλεξικό
- Νέα βία σημειώθηκε μεταξύ των στρατευμένων διαδηλωτών και των δυνάμεων ασφαλείας.
- Είναι εξίσου λάθος να εκτελείται ο Σαντάμ Χουσεΐν και ο Τίμοθι Μακβί, ο βομβιστής της Οκλαχόμα, όπως και ο Ken Sara-Wiwo, ο νιγηριανός στρατευμένος υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, […]
Ετυμολογία
στρατευμένος: μετοχή παρακειμένου του ρήματος στρατεύομαι, αποθετικού ρήματος χωρίς ενεργητική φωνή :* για τη μεταφορική σημασία: < απόδοση για τη γαλλική engagé
Άλλοι τύποι
στρατευμέναστρατευμένεστρατευμένεςστρατευμένηστρατευμένηςστρατευμένοστρατευμένοιστρατευμένοςστρατευμένουστρατευμένουςστρατευμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →