Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρατεύσιμος

/strˈtef.si.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου υποχρεούται να στρατευθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρατεύσιμος < αρχαία ελληνική στρατεύσιμος < στρατεύω < στρατός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρατεύσιμοςστρατεύσιμηστρατεύσιμο
Γενικήστρατεύσιμουστρατεύσιμηςστρατεύσιμου
Αιτιατικήστρατεύσιμοστρατεύσιμηστρατεύσιμο
Κλητικήστρατεύσιμεστρατεύσιμηστρατεύσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρατεύσιμοιστρατεύσιμεςστρατεύσιμα
Γενικήστρατεύσιμωνστρατεύσιμωνστρατεύσιμων
Αιτιατικήστρατεύσιμουςστρατεύσιμεςστρατεύσιμα
Κλητικήστρατεύσιμοιστρατεύσιμεςστρατεύσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →