στρατηγικός
•
- που έχει σχέση με τη στρατηγική ή που στηρίζεται σε αυτή, σε αντιδιαστολή προς τη λέξη τακτικός Βικιλεξικό
- στρατηγικός στόχος
- μεταφορικάπου έχει σχέση με τη στρατηγική ή που στηρίζεται σε αυτή, σε αντιδιαστολή προς τη λέξη τακτικός Βικιλεξικό
- Έχει στρατηγική θέση στην κυβέρνηση.
Ετυμολογία
στρατηγικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατηγικός (που ανήκει σε στρατηγό) κατά τη σημασία του θηλυκού στρατηγικ(ή) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρατηγικός | στρατηγική | στρατηγικό |
| Γενική | στρατηγικού | στρατηγικής | στρατηγικού |
| Αιτιατική | στρατηγικό | στρατηγική | στρατηγικό |
| Κλητική | στρατηγικέ | στρατηγική | στρατηγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρατηγικοί | στρατηγικές | στρατηγικά |
| Γενική | στρατηγικών | στρατηγικών | στρατηγικών |
| Αιτιατική | στρατηγικούς | στρατηγικές | στρατηγικά |
| Κλητική | στρατηγικοί | στρατηγικές | στρατηγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →