Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρατιώτης

/stɾaˈtço.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός βαθμόςκάποιος που υπηρετεί στο στρατό (κυρίως στο στρατό ξηράς) και έχει τον κατώτατο βαθμό στη στρατιωτική ιεραρχία Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπολίτης που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηοποιοσδήποτε στρατιωτικός, ανεξαρτήτως βαθμού (με την έννοια ότι η στρατιωτική του υπηρεσία έχει γι’ αυτόν πολύ μεγάλη σημασία) Βικιλεξικό
  4. σκάκιτο απλό πιόνι στο σκάκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρατιώτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατιώτης. Συγχρονικά αναλύεται ως στρατι(ά) + -ώτης.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστρατιώτηςστρατιώτες
Γενικήστρατιώτηστρατιωτών
Αιτιατικήστρατιώτηστρατιώτες
Κλητικήστρατιώτηστρατιώτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →