Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρατοκρατία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η παρασκηνιακή ή ολοκληρωτική διακυβέρνηση μιας χώρας από στρατιωτικούς Βικιλεξικό
    • Τας πρώτας πρωινάς ώράς της 21ης Απριλίου 1967 μία ολιγομελής ομάς αξιωματικών κατέλυσε το κοινοβουλευτικόν καθεστώς της Ελλάδος εγκαθιδρύζουσα στρατοκρατίαν.
  2. η επικράτηση στρατιωτικών τρόπων σκέψης, νοοτροπίας και στόχων στην πολιτικοκοινωνική ζωή μιας χώρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρατοκρατία (μαρτυρείται από το 1849)< στρατοκρατούμαι < αρχαία ελληνική στρατός + αρχαία ελληνική κρατέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστρατοκρατίαστρατοκρατίες
Γενικήστρατοκρατίαςστρατοκρατιών
Αιτιατικήστρατοκρατίαστρατοκρατίες
Κλητικήστρατοκρατίαστρατοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →