Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρεβλώνω

/stɾeˈvlo.no/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάστραβώνω, παραμορφώνω, κάνω κάτι στρεβλό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδιαστρεβλώνω, παραποιώ, διαστρέφω, παραμορφώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρεβλώνω < αρχαία ελληνική στρεβλόω / στρεβλῶ < στρεβλός < στρέφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strebʰ-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστρεβλώνωστρεβλώνειςστρεβλώνειστρεβλώνουμεστρεβλώνετεστρεβλώνουν / στρεβλώνουνε
Παρατατικόςστρέβλωναστρέβλωνεςστρέβλωνεστρεβλώναμεστρεβλώνατεστρέβλωναν / στρεβλώναν / στρεβλώνανε
Αόριστοςστρέβλωσαστρέβλωσεςστρέβλωσεστρεβλώσαμεστρεβλώσατεστρέβλωσαν / στρεβλώσαν / στρεβλώσανε
Μέλλονταςθα στρεβλώνω / θα στρεβλώσωθα στρεβλώνεις / θα στρεβλώσειςθα στρεβλώνει / θα στρεβλώσειθα στρεβλώνουμε / θα στρεβλώσουμεθα στρεβλώνετε / θα στρεβλώσετεθα στρεβλώνουν / θα στρεβλώνουνε / θα στρεβλώσουν / θα στρεβλώσουνε
Παρακείμενοςέχω στρεβλώσειέχεις στρεβλώσειέχει στρεβλώσειέχουμε στρεβλώσειέχετε στρεβλώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα στρεβλώσειείχες στρεβλώσειείχε στρεβλώσειείχαμε στρεβλώσει——
Υποτακτικήνα έχω στρεβλώσει / να στρεβλώνω / να στρεβλώσωνα έχεις στρεβλώσει / να στρεβλώνεις / να στρεβλώσειςνα έχει στρεβλώσει / να στρεβλώνει / να στρεβλώσεινα έχουμε στρεβλώσει / να στρεβλώνουμε / να στρεβλώσουμενα έχετε στρεβλώσει / να στρεβλώνετε / να στρεβλώσετενα στρεβλώνουν / να στρεβλώνουνε / να στρεβλώσουν / να στρεβλώσουνε
Προστακτική—στρέβλωνε / στρέβλωσε——στρεβλώνετε / στρεβλώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →