στρεβλώνω
•
- κυριολεκτικάστραβώνω, παραμορφώνω, κάνω κάτι στρεβλό Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαστρεβλώνω, παραποιώ, διαστρέφω, παραμορφώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρεβλώνω < αρχαία ελληνική στρεβλόω / στρεβλῶ < στρεβλός < στρέφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strebʰ-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στρεβλώνω | στρεβλώνεις | στρεβλώνει | στρεβλώνουμε | στρεβλώνετε | στρεβλώνουν / στρεβλώνουνε |
| Παρατατικός | στρέβλωνα | στρέβλωνες | στρέβλωνε | στρεβλώναμε | στρεβλώνατε | στρέβλωναν / στρεβλώναν / στρεβλώνανε |
| Αόριστος | στρέβλωσα | στρέβλωσες | στρέβλωσε | στρεβλώσαμε | στρεβλώσατε | στρέβλωσαν / στρεβλώσαν / στρεβλώσανε |
| Μέλλοντας | θα στρεβλώνω / θα στρεβλώσω | θα στρεβλώνεις / θα στρεβλώσεις | θα στρεβλώνει / θα στρεβλώσει | θα στρεβλώνουμε / θα στρεβλώσουμε | θα στρεβλώνετε / θα στρεβλώσετε | θα στρεβλώνουν / θα στρεβλώνουνε / θα στρεβλώσουν / θα στρεβλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στρεβλώσει | έχεις στρεβλώσει | έχει στρεβλώσει | έχουμε στρεβλώσει | έχετε στρεβλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στρεβλώσει | είχες στρεβλώσει | είχε στρεβλώσει | είχαμε στρεβλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στρεβλώσει / να στρεβλώνω / να στρεβλώσω | να έχεις στρεβλώσει / να στρεβλώνεις / να στρεβλώσεις | να έχει στρεβλώσει / να στρεβλώνει / να στρεβλώσει | να έχουμε στρεβλώσει / να στρεβλώνουμε / να στρεβλώσουμε | να έχετε στρεβλώσει / να στρεβλώνετε / να στρεβλώσετε | να στρεβλώνουν / να στρεβλώνουνε / να στρεβλώσουν / να στρεβλώσουνε |
| Προστακτική | — | στρέβλωνε / στρέβλωσε | — | — | στρεβλώνετε / στρεβλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →