Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στριγκλιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κραυγή σε τόνο οξύ και διαπεραστικό Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημοχθηρή και κακή ενέργεια ή πράξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στριγκλιά < μεσαιωνική ελληνική στριγγιά < ελληνιστική κοινή στρίξ (με παρετυμολόγηση από τη λέξη στρίγκλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστριγκλιάστριγκλιές
Γενικήστριγκλιάςστριγκλιών
Αιτιατικήστριγκλιάστριγκλιές
Κλητικήστριγκλιάστριγκλιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →