Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στριγκλιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον στριγκλιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στριγκλιάρικος < στριγκλιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστριγκλιάρικοςστριγκλιάρικηστριγκλιάρικο
Γενικήστριγκλιάρικουστριγκλιάρικηςστριγκλιάρικου
Αιτιατικήστριγκλιάρικοστριγκλιάρικηστριγκλιάρικο
Κλητικήστριγκλιάρικεστριγκλιάρικηστριγκλιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστριγκλιάρικοιστριγκλιάρικεςστριγκλιάρικα
Γενικήστριγκλιάρικωνστριγκλιάρικωνστριγκλιάρικων
Αιτιατικήστριγκλιάρικουςστριγκλιάρικεςστριγκλιάρικα
Κλητικήστριγκλιάρικοιστριγκλιάρικεςστριγκλιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →