στροβιλίζω
•
- στρέφω κάτι γύρω από κάποιον άξονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στροβιλίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στροβιλίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στροβιλίζω | στροβιλίζεις | στροβιλίζει | στροβιλίζουμε | στροβιλίζετε | στροβιλίζουν / στροβιλίζουνε |
| Παρατατικός | στροβίλιζα | στροβίλιζες | στροβίλιζε | στροβιλίζαμε | στροβιλίζατε | στροβίλιζαν / στροβιλίζαν / στροβιλίζανε |
| Αόριστος | στροβίλισα | στροβίλισες | στροβίλισε | στροβιλίσαμε | στροβιλίσατε | στροβίλισαν / στροβιλίσαν / στροβιλίσανε |
| Μέλλοντας | θα στροβιλίζω / θα στροβιλίσω | θα στροβιλίζεις / θα στροβιλίσεις | θα στροβιλίζει / θα στροβιλίσει | θα στροβιλίζουμε / θα στροβιλίσουμε | θα στροβιλίζετε / θα στροβιλίσετε | θα στροβιλίζουν / θα στροβιλίζουνε / θα στροβιλίσουν / θα στροβιλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στροβιλίσει | έχεις στροβιλίσει | έχει στροβιλίσει | έχουμε στροβιλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στροβιλίσει | είχες στροβιλίσει | είχε στροβιλίσει | είχαμε στροβιλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στροβιλίσει / να στροβιλίζω / να στροβιλίσω | να έχεις στροβιλίσει / να στροβιλίζεις / να στροβιλίσεις | να έχει στροβιλίσει / να στροβιλίζει / να στροβιλίσει | να έχουμε στροβιλίσει / να στροβιλίζουμε / να στροβιλίσουμε | να στροβιλίζετε / να στροβιλίσετε | να στροβιλίζουν / να στροβιλίζουνε / να στροβιλίσουν / να στροβιλίσουνε |
| Προστακτική | — | στροβίλιζε / στροβίλισε | — | — | στροβιλίζετε / στροβιλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στροβιλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →