στρουθοκάμηλος
•
- πτηνόμεγαλόσωμο πουλί που δεν πετάει του είδους Struthio camelus Βικιλεξικό
- Η στρουθοκάμηλος έχει πολύ ψηλό λαιμό, μακριά και δυνατά πόδια, μαύρο ή καφέ φτέρωμα και ζει στην Αφρική. Είναι γνωστό εξαιτίας του ότι χώνει το κεφάλι του στην άμμο, όταν αντιληφθεί κίνδυνο.
- Παρ'όλο που αρκετοί ιοί φαίνεται να προκαλούν διάρροια στις στρουθοκαμήλους (παραμυξοϊός, ρεοϊός, ερπητοϊός, birna-like ιός, εντεροϊός, αδενοϊός και κοροναϊός), η συχνότητα με την οποία αυτοί απαντούν είναι άγνωστη. (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 52, 2001)
Ετυμολογία
στρουθοκάμηλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στρουθοκάμηλος (αρσενικό ή θηλυκό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρουθοκάμηλος | στρουθοκάμηλοι |
| Γενική | στρουθοκαμήλου | στρουθοκαμήλων |
| Αιτιατική | στρουθοκάμηλο | στρουθοκαμήλους |
| Κλητική | στρουθοκάμηλε | στρουθοκάμηλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →