στρουθοκαμηλίζω
•
- εθελοτυφλώ, αρνούμαι να αντιμετωπίσω την αλήθεια ή έναν κίνδυνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρουθοκαμηλίζω < στρουθοκαμηλ(ισμός) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στρουθοκαμηλίζω | στρουθοκαμηλίζεις | στρουθοκαμηλίζει | στρουθοκαμηλίζουμε | στρουθοκαμηλίζετε | στρουθοκαμηλίζουν / στρουθοκαμηλίζουνε |
| Παρατατικός | στρουθοκαμήλιζα | στρουθοκαμήλιζες | στρουθοκαμήλιζε | στρουθοκαμηλίζαμε | στρουθοκαμηλίζατε | στρουθοκαμήλιζαν / στρουθοκαμηλίζαν / στρουθοκαμηλίζανε |
| Αόριστος | στρουθοκαμήλισα | στρουθοκαμήλισες | στρουθοκαμήλισε | στρουθοκαμηλίσαμε | στρουθοκαμηλίσατε | στρουθοκαμήλισαν / στρουθοκαμηλίσαν / στρουθοκαμηλίσανε |
| Μέλλοντας | θα στρουθοκαμηλίζω / θα στρουθοκαμηλίσω | θα στρουθοκαμηλίζεις / θα στρουθοκαμηλίσεις | θα στρουθοκαμηλίζει / θα στρουθοκαμηλίσει | θα στρουθοκαμηλίζουμε / θα στρουθοκαμηλίσουμε | θα στρουθοκαμηλίζετε / θα στρουθοκαμηλίσετε | θα στρουθοκαμηλίζουν / θα στρουθοκαμηλίζουνε / θα στρουθοκαμηλίσουν / θα στρουθοκαμηλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στρουθοκαμηλίσει | έχεις στρουθοκαμηλίσει | έχει στρουθοκαμηλίσει | έχουμε στρουθοκαμηλίσει | έχετε στρουθοκαμηλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στρουθοκαμηλίσει | είχες στρουθοκαμηλίσει | είχε στρουθοκαμηλίσει | είχαμε στρουθοκαμηλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στρουθοκαμηλίσει / να στρουθοκαμηλίζω / να στρουθοκαμηλίσω | να έχεις στρουθοκαμηλίσει / να στρουθοκαμηλίζεις / να στρουθοκαμηλίσεις | να έχει στρουθοκαμηλίσει / να στρουθοκαμηλίζει / να στρουθοκαμηλίσει | να έχουμε στρουθοκαμηλίσει / να στρουθοκαμηλίζουμε / να στρουθοκαμηλίσουμε | να έχετε στρουθοκαμηλίσει / να στρουθοκαμηλίζετε / να στρουθοκαμηλίσετε | να στρουθοκαμηλίζουν / να στρουθοκαμηλίζουνε / να στρουθοκαμηλίσουν / να στρουθοκαμηλίσουνε |
| Προστακτική | — | στρουθοκαμήλιζε / στρουθοκαμήλισε | — | — | στρουθοκαμηλίζετε / στρουθοκαμηλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →