στρούγκα
•
- ο (πρόχειρα) περιφραγμένος χώρος που χρησιμοποιείται για το άρμεγμα των ζώων ενός κοπαδιού Βικιλεξικό
- Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί, τα πρόβατα στη στρούγκα (*)
- συνεκδοχικάτο κοπάδι Βικιλεξικό
- μεταφορικάένα πολιτικό κόμμα, μια ομάδα Βικιλεξικό
- Είναι γνωστή η θεωρία του αείμνηστου Ευάγγελου Αβέρωφ περί ποιμνιοστασίων της πολιτικής. Μπορεί να μην είναι τιμητική για τους πολιτικούς, αλλά είναι αληθής: στην ελληνική πραγματικότητα «οποίος φεύγει από το μαντρί, τον τρώει ο λύκος»· όπου «λύκος» είναι κατά βάση οι ψηφοφόροι των κομμάτων, οι οποίοι δεν συγχωρούν τις ανεξάρτητες κινήσεις των πολιτικών. Βέβαια, είναι οι ίδιοι οι ψηφοφόροι που γκρινιάζουν για την κομματοκρατία και την εύκαμπτη σπονδυλική στήλη των πολιτικών, αλλά αυτό ας το θεωρήσουμε ως ένα ακόμη δείγμα της σχιζοφρενικής στάσης απέναντι στην πολιτική, που καλλιεργούν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Γενικώς πάντως είναι σοφή κίνηση για ένα πολιτικό, να μην αφήνει την πολιτική στρούγκα ακόμη κι αν η συνείδησή του επιτάσσει άλλα. (...) Αν τουλάχιστον στις συντεταγμένες στρούγκες των κομμάτων παράγεται πολιτική, ακούγονται φωνές, διατυπώνονται απόψεις για τα τεκταινόμενα. Δυστυχώς και σ’ αυτό το επίπεδο τα πράγματα χειροτερεύουν. Στα μαντριά των κομμάτων υπάρχει άκρα του τάφου σιωπή. «Μούγκα στην στρούγκα», όπως είπε και ο πρωθυπουργός σε συνέντευξη που έδωσε... (*)
- Μπορεί λοιπόν να υποστηρίξει κανείς ότι τα ελληνικά μέντια έχουν υιοθετήσει πλήρως την «πολιτική θεωρία της στρούγκας», σύμφωνα με την οποία οι βουλευτές πρέπει να υποτάσσονται, ως κοπάδι, στα σαλαγήματα του αρχηγού-τσέλιγκα. Αν δεν υπακούουν, αυτό σημαίνει ότι θέλουν να τον ανατρέψουν και επομένως κινδυνεύουν να αποβληθούν από τη στρούγκα και να τα φάει ο λύκος , κατά πώς έλεγε ο εγκυρότερος εκφραστής της θεωρίας, μακαρίτης Ευάγγελος Αβέρωφ. (*)
- μεταφορικάοι υποστηρικτές ενός πολιτικού κόμματος, μιας ομάδας κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάφυλακή Βικιλεξικό
- μεταφορικάποίμνιο (εκκλησιαστικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρούγκα < (άμεσο δάνειο) αρωμουνική strungã < αλβανική shtrungë < πρωτοαλβανική *strungā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sterh3- (εξαπλώνω, διασκορπίζω), συγγενές με το (ρουμανικά) strungă.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρούγκα | στρούγκες |
| Γενική | στρούγκας | στρουγκών |
| Αιτιατική | στρούγκα | στρούγκες |
| Κλητική | στρούγκα | στρούγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →