Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για δρόμοπου (έχει στρωθεί και) χαρακτηρίζεται από κανονικότητα και ομαλότητα, χωρίς ανωμαλίες Βικιλεξικό
  2. για ένδυμαπου έχει καλή εφαρμογή Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεύκολος, κατανοητός, βατός Βικιλεξικό
    • στρωτό γράψιμο

Ετυμολογία

στρωτός < αρχαία ελληνική στρωτός < στρώννυμι / στόρνυμι / στορνύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρωτόςστρωτήστρωτό
Γενικήστρωτούστρωτήςστρωτού
Αιτιατικήστρωτόστρωτήστρωτό
Κλητικήστρωτέστρωτήστρωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρωτοίστρωτέςστρωτά
Γενικήστρωτώνστρωτώνστρωτών
Αιτιατικήστρωτούςστρωτέςστρωτά
Κλητικήστρωτοίστρωτέςστρωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →