στωικότητα
•
- το να είναι κάποιος στωικός, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του στωικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στωικότητα < στωικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στωικότητα | στωικότητες |
| Γενική | στωικότητας | στωικοτήτων |
| Αιτιατική | στωικότητα | στωικότητες |
| Κλητική | στωικότητα | στωικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →