στύψη
•
- χημείαθειικό άλας αργιλίου-καλίου που χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία και σαν αιμοστατικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στύψη < αρχαία ελληνική στῦψις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στύψη | στύψεις |
| Γενική | στύψης | στύψεων |
| Αιτιατική | στύψη | στύψεις |
| Κλητική | στύψη | στύψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →