Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγγένεια

/siŋˈɟe.ni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η βιολογική (εξ αίματος) ή θεσμική (εξ αγχιστείας) σχέση που συνδέει δυο ή περισσότερα πρόσωπα της ίδιας οικογένειας. Βικιλεξικό
    • Ο γάμος μεταξύ ατόμων που συνδέονται με συγγένεια πρώτου και δευτέρου βαθμού απαγορεύεται.
  2. η σχέση που συνδέει δύο πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις, με βάση τις ομοιότητές τους ή την κοινή τους προέλευση. Βικιλεξικό
    • Πολλοί ιστορικοί της τέχνης διακρίνουν μία συγγένεια ανάμεσα στην τεχνοτροπία των κυκλαδικών ειδωλίων και τη μοντέρνα τέχνη.
    • Μερικές γεροντικές φυσιογνωμίες μέ τό πλατύ πρόσωπο, τήν χοντρή μύτη καί τήν ἄφθονη τριχοφυΐα δείχνουν ἀκόμη στενώτερη συγγένεια μὲ τὴ Μακεδονικὴ σχολή , καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεοφάνης πλούτισε τὴν τέχνη του κατὰ τὴ διαμονή του στὸν Ἄθω. (Κρητικά Χρονικά, τόμος 4, 1950, σελ. 387)

Ετυμολογία

συγγένεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγένεια < συγγενής < (σύν) συγ- + γένος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγγένειασυγγένειες
Γενικήσυγγένειαςσυγγενειών
Αιτιατικήσυγγένειασυγγένειες
Κλητικήσυγγένειασυγγένειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →