συγκαλύπτω
•
- κυριολεκτικάσκεπάζω κάτι εντελώς Βικιλεξικό
- μεταφορικάκρατάω κάτι κρυφό· αποκρύβω (ένοχη ή παράνομη πράξη) Βικιλεξικό
- αποσιωπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκαλύπτω < αρχαία ελληνική συγκαλύπτω < συν- + καλύπτω
Άλλοι τύποι
συγκαλύπτομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →